Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ινδοευρωπαϊκή < ουσιαστικοποιημένο θηλυκό του επιθέτου: ινδοευρωπαϊκός

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ινδοευρωπαϊκή

  1. (εννοείται ουσιαστικό: φυλή) → λείπει ο ορισμός (ή οι ορισμοί)
  2. (εννοείται ουσιαστικό: γλώσσα) που αναφέρεται στην οικογένεια των ινδοευρωπαϊκών γλωσσών, όπως προκύπτει σύμφωνα με τις μεθόδους της ιστορικοσυγκριτικής γλωσσολογίας

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  Κλιτικός τύπος επιθέτουΕπεξεργασία

ινδοευρωπαϊκή