Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική γλώσσα γλώσσες
γενική γλώσσας γλωσσών
αιτιατική γλώσσα γλώσσες
κλητική γλώσσα γλώσσες
 
1. η γλώσσα στο στόμα
 
6. το ψάρι γλώσσα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

γλώσσα < αρχαία ελληνική γλῶσσα < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *glōgʰs

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ˈɣlɔ.sa/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

γλώσσα θηλυκό

  1. (ανατομία) ευκίνητο και μυώδες όργανο του στόματος, που αποτελεί το αισθητήριο όργανο της γεύσης. Χρησιμοποιείται, επίσης, στο μάσημα και την κατάποση της τροφής, αλλά και στην ανθρώπινη ομιλία, κατά την άρθρωση των φθόγγων
  2. (μεταφορικά) μέρος διάφορων αντικειμένων, που μοιάζει (στο σχήμα) με τη γλώσσα, το γλωσσίδι
  3. το σύστημα σημείων, συμβόλων, κινήσεων και ήχων που χρησιμοποιείται για την επικοινωνία
  4. μάθημα το οποίο διδάσκεται στα σχολεία με σκοπό την εκμάθηση της ελληνικής γλώσσας
    την πρώτη ώρα έχουμε Γλώσσα και μετά Μαθηματικά.
  5. (γλωσσολογία) ο κώδικας επικοινωνίας που αποτελείται από γράμματα, λεξήματα και γραμματικούς κανόνες και είναι το κύριο μέσο επικοινωνίας μεταξύ των ανθρώπων μιας συγκεγκριμένης εθνότητας ή ομάδας. Αποτελεί ιδιαίτερο χαρακτηριστικό του ανθρώπινου είδους
    ελληνική γλώσσα, αγγλική γλώσσα
    Όταν μιλάνε οι ξένοι δε καταλαβαίνω τι λένε, επειδή δε μιλάω τη γλώσσα τους.
      συνώνυμα: λόγος
  6. (ιχθυολογία) γένος ψαριού, της οικογένειας των πλευρονηκτιδών, με πεπλατυσμένο σώμα, που ζει στον αμμώδη πυθμένα της ηπειρωτικής υφαλοκρηπίδας. Κυριότερο είδος της είναι η γλώσσα η κοινή, που αλιεύεται για το εύγευστο κρέας της
  7. κόκαλο παπουτσιών, αναβάτης παπουτσιών

  Παράγωγες λέξειςΕπεξεργασία

  ΣύνθεταΕπεξεργασία

  Πολυλεκτικοί όροιΕπεξεργασία

  ΕκφράσειςΕπεξεργασία

  • βγάζω γλώσσα: γίνομαι αναιδής
  • βγάζω τη γλώσσα μου
  • δαγκώνω τη γλώσσα μου
  • δε βάζει γλώσσα μέσα του: μιλάει διαρκώς
  • δεν μπορεί να κρατήσει τη γλώσσα του (μέσα): δεν μπορεί να συγκρατηθεί και λέει πράγματα που δεν πρέπει
  • έγινε η γλώσσα μου παπούτσι, έγινε η γλώσσα μου τσαρούχι
  • έχω μακριά γλώσσα, έχω μια γλώσσα!
  • η γλώσσα του βγάζει μέλι
  • η γλώσσα των αγγέλων
  • κατάπιε τη γλώσσα του: σταμάτησε να μιλάει, από ντροπή
  • λύθηκε η γλώσσα του: άρχισε να μιλάει για κάποιο θέμα, ενώ πριν δυσκολευόταν να εκφραστεί
  • μάλλιασε η γλώσσα μου: επανέλαβα κάτι (μια συμβουλή) πάρα πολλές φορές
  • μου βγαίνει η γλώσσα
  • ροδάνι πάει η γλώσσα του: μιλάει με μεγάλη ευχέρεια λόγου
  • στάζει η γλώσσα του φαρμάκι
  • το έχω στην άκρη της γλώσσας μου: προσπαθώ να θυμηθώ κάτι για να το πω
  • θα σου βάλω πιπέρι στη γλώσσα: απειλή σε κάποιο παιδί που χρησιμοποιεί απρεπείς εκφράσεις
  • φάε τη γλώσσα σου: αποτρεπτική έκφραση, για να μη συμβεί κάτι απευκταίο που ο συνομιλητής μας ανέφερε

  ΠαροιμίεςΕπεξεργασία

  • η γλώσσα κόκκαλα δεν έχει και κόκκαλα τσακίζει
  • γλώσσα λανθάνουσα τα αληθή λέγει
  • μικρός τόπος, μεγάλη γλώσσα
  • όπου λείπει η καρδιά μιλεί η γλώσσα

  Δείτε επίσης Επεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία