Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο κώδικας οι κώδικες
      γενική του κώδικα των κωδίκων
    αιτιατική τον κώδικα τους κώδικες
     κλητική κώδικα κώδικες
Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

κώδικας < ελληνιστική κοινή κῶδιξ < λατινική codex

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

κώδικας αρσενικό

  1. αρχαίο ή παλαιό χειρόγραφο βιβλίο από διάφορα υλικά (πάπυρος, περγαμηνή, χαρτί)
    στο κριτικό υπόμνημα των στερεότυπων εκδόσεων αναφέρονται οι διαφορετικές εκδοχές του αρχαίου κειμένου που συναντάμε στους διάφορους κώδικες
    δείτε τη λέξη κύλινδρος
  2. σύνολο νόμων
    κώδικας πολιτικής δικονομίας
  3. σύνολο συμβάσεων και άγραφων νόμων
    κώδικας τιμής
  4. σύνολο σημείων οργανωμένων σε ένα σύστημα που χρησιμοποιούμε για να επικοινωνήσουμε μεταξύ μας
    ο γλωσσικός κώδικας
  5. σύνολο συμβόλων για την κρυπτογράφηση και αποκρυπτογράφηση ενός μηνύματος
  6. ταχυδρομικός κώδικας: ο πενταψήφιος αριθμός που χαρακτηρίζει το ταχυδρομικό γραφείο μιας περιοχής
  7. (βιολογία) γενετικός κώδικας: η αλληλουχία των γονιδίων που αποτελούν το DNA ενός ζωντανού οργανισμού
  8. (πληροφορική) code: ο πηγαίος κώδικας ή μέρος αυτού, ενός προγράμματος, το κείμενο που είναι γραμμένο σε μια γλώσσα προγραμματισμού και περιέχει τις εντολές που πρέπει να εκτελέσει ένας ηλεκτρονικός υπολογιστής

Πολυλεκτικοί όροιΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία