Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική πρόγραμμα προγράμματα
γενική προγράμματος προγραμμάτων
αιτιατική πρόγραμμα προγράμματα
κλητική πρόγραμμα προγράμματα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

πρόγραμμα < αρχαία ελληνική πρόγραμμα < προγράφω < πρό + γράφω ((σημασιολογικό δάνειο) γαλλική programme)

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ˈpɾɔ.ɣɾa.ma/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

πρόγραμμα ουδέτερο

  1. προγραμματισμός, καταγραφή και γνωστοποίηση κάποιων ενεργειών, εκδηλώσεων κ.λπ. που πρόκειται να συμβούν ή να γίνουν
  2. το έντυπο στο οποίο καταγράφονται τέτοιες πληροφορίες
  3. συστηματική προσπάθεια και μέθοδος
    Διαβάζει με πρόγραμμα
  4. (μηχανολογία) η προγραμματισμένη εκ των προτέρων εκτέλεση κάποιων εργασιών και ενεργειών μιας ηλεκτρομηχανικής κατασκευής, χωρίς την εκ των υστέρων παρέμβαση (π.χ. πλυντήριο ρούχων)
  5. (πληροφορική) ειδικό λογισμικό ηλεκτρονικού υπολογιστή, που έχει γραφεί σε κάποια γλώσσα προγραμματισμού και βοηθάει τον χρήστη του σε κάποια εργασία του
  6. (πληροφορική) σύνολο συμβολικών εντολών κατάλληλα διατεταγμένων ώστε να οδηγήσουν προγραμματιζόμενη ηλεκτρονική συσκευή στην εκτέλεση συγκεκριμένης εργασίας (π.χ. Η/Υ, μικροελεγκτής, κλπ)
    βλέπε γλώσσα προγραμματισμού
    βλέπε πρόγραμμα υπολογιστή και υλικολογισμικό στη Βικιπαίδεια

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία