Ελληνικά (el) Επεξεργασία


  Ετυμολογία Επεξεργασία

παρέμβαση < παρεμβαίνω < παρά + εμ (< εν) + βαίνω

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

παρέμβαση θηλυκό

η παρέμβαση ξένων δημιουργεί συχνά προβλήματα στις σχέσεις
τεχνικές παρεμβάσεις σε ένα χώρο
  • η άποψη που μπορεί να εκφέρει κάποιος για ένα θέμα σε μια συζήτηση
τηλεφωνική παρέμβαση του υπουργού στο δελτίο ειδήσεων

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία