Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

παρέκβαση < αρχαία ελληνική παρέκβασις

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

παρέκβαση θηλυκό

  1. η απομάκρυνση, η παρεκτροπή από το δρόμο μου
    κατά τον Αριστοτέλη, παρέκβαση της Δημοκρατίας είναι η οχλοκρατία
  2. η απομάκρυνση κάποιου ομιλητή ή συγγραφέα από το κυρίως θέμα του
    Θα μου επιτρέψετε να κάνω μια μικρή παρέκβαση και να αναφερθώ σε άλλες πηγές

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία