↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η απομάκρυνση οι απομακρύνσεις
      γενική της απομάκρυνσης* των απομακρύνσεων
    αιτιατική την απομάκρυνση τις απομακρύνσεις
     κλητική απομάκρυνση απομακρύνσεις
* παλιότερος λόγιος τύπος, απομακρύνσεως
Κατηγορία όπως «δύναμη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία

επεξεργασία
απομάκρυνση < απομακρύνω + -ση

  Ουσιαστικό

επεξεργασία

απομάκρυνση θηλυκό

Συγγενικά

επεξεργασία

  Μεταφράσεις

επεξεργασία