Άνοιγμα κυρίου μενού

Πίνακας περιεχομένων

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική διαδικασία διαδικασίες
γενική διαδικασίας διαδικασιών
αιτιατική διαδικασία διαδικασίες
κλητική διαδικασία διαδικασίες

  Ετυμολογία Επεξεργασία

διαδικασία < αρχαία ελληνική διαδικασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

διαδικασία θηλυκό

  1. σύνολο ενεργειών με καθορισμένη τάξη που αφορούν σε κάποιο σκοπό
  2. (νομικός όρος) η διεξαγωγή μιας συνεδρίασης συλλογικού οργάνου ή δικαστηρίου σύμφωνα με καθορισμένους τύπους και κανόνες καθώς και οι ίδιοι οι κανόνες αυτοί, ο τρόπος διεξαγωγής μιας δίκης, η πορεία της
  3. (πληροφορική) μια συνάρτηση ή υπορουτίνα (μια σειρά εντολών μέσα σε πρόγραμμα) που καλείται από άλλα σημεία του κώδικα, για να εκτελέσει μια ορισμένη εργασία
      συνώνυμα: υποπρόγραμμα

  ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

  Δείτε επίσης Επεξεργασία


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία