Ελληνικά (el) Επεξεργασία


  Ετυμολογία Επεξεργασία

παράμετρος < παρά + μέτρον

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

παράμετρος θηλυκό

  1. καθένα από τα επί μέρους στοιχεία, τους συντελεστές, τους παράγοντες που προσδιορίζουν, επηρεάζουν ή διαμορφώνουν τα χαρακτηριστικά ή τη συμπεριφορά ενός ζητήματος
  2. (πληροφορική) η τυπική παράμετρος, αλλά μερικές φορές εκ παραδρομής χρησιμοποιείται και για την πραγματική παράμετρο
    συνώνυμα: τυπική παράμετρος
    αντώνυμα: πραγματική παράμετρος

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

Πολυλεκτικοί όροιΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία