Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο παράγοντας οι παράγοντες
      γενική του παράγοντα
& παράγοντος
των παραγόντων
    αιτιατική τον παράγοντα τους παράγοντες
     κλητική παράγοντα παράγοντες
λόγια γενική:παράγοντος
Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

παράγοντας < αρχαία ελληνική παράγων

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

παράγοντας αρσενικό

  1. αυτό που μαζί με άλλα συναποτελεί ή συνδιαμορφώνει μια ευρύτερη έννοια/ενότητα ή οδηγεί σε ένα αποτέλεσμα
    το βιβλίο αναλύει τον οικονομικό παράγοντα των ιστορικών διεργασιών
    ο ψυχολογικός παράγοντας παίζει σπουδαίο ρόλο στην προετοιμασία των αθλητών
    οι ειδικοί ερευνούν τους παράγοντες που οδήγησαν στην οικονομική κρίση
  2. πρόσωπο με δύναμη ή επιρροή ή σημαντική προσφορά σε έναν τομέα
  3. (για να αναφερθεί η διπλωματική ή στρατιωτική επιρροή ξένης χώρας)
    Τι ρόλο θα παίξει ο αμερικανικός παράγοντας στη Μέση Ανατολή;
  4. (μαθηματικά) αριθμός (ή παράσταση) που πολλαπλασιάζεται με άλλον
    η διαφορά τετραγώνων x2-y2 μπορεί να αναλυθεί ως γινόμενο δύο παραγόντων (x+y)(x-y)

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  ΜετοχήΕπεξεργασία

παράγοντας

  1. καθώς παράγω, κατά τη διάρκεια της παραγωγής
    Παράγοντας το ελαιόλαδο διαπίστωσαν ότι έπρεπε να είχαν...
  2. με το να παράγουν
    Το πέτυχαν παράγοντας πολύ καλής ποιότητας ελαιόλαδο

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία