Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο παραγοντισμός οι παραγοντισμοί
      γενική του παραγοντισμού των παραγοντισμών
    αιτιατική τον παραγοντισμό τους παραγοντισμούς
     κλητική παραγοντισμέ παραγοντισμοί
όπως «αγρός» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

παραγοντισμός < παραγοντίζω + -μός

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

παραγοντισμός αρσενικό

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία