Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

{ετυμολογία} < (λόγιο) ελληνιστική κοινή παράγω (δημιουργώ, αρχαία σημασία: οδηγώ στο πλάι)[1] Συγχρονικά αναλύεται σε (παρά) παρ- + άγω

  ΡήμαΕπεξεργασία

παράγω (παθητική φωνή: παράγομαι)

  1. βγάζω, εκκρίνω
  2. δημιουργώ, παρασκευάζω, κατασκευάζω (κάποιο προϊόν ως αποτέλεσμα της ανθρώπινης δραστηριότητας) κατά συνεχή τρόπο
    • πουλούν το λάδι που παράγουν οι ίδιοι από τις ελιές τους
    • η Κρήτη και η Πελοπόννησος παράγουν λάδι, η Κορινθία σταφίδα και εσπεριδοειδή και ο θεσσαλικός κάμπος σιτηρά
    • η Ιαπωνία παράγει ηλεκτρονικές συσκευές
  3. (φυσική) έχω (κάποιο φαινόμενο ως αποτέλεσμα), προξενώ (ένα φαινόμενο)
  4. (χημεία) έχω ως προϊόν μιας αντίδρασης (κάποια ένωση ή ουσία)
  5. (μεταφορικά) ως σχήμα υπερβολής, για να δοθεί έμφαση στις αιτίες ή τα αποτελέσματα ενός φαινομένου: έχω κάτι ως αποτέλεσμα, προξενώ ή προκαλώ (κάποιο αποτέλεσμα), είμαι η αιτία (κάποιου αποτελέσματος)
    • η οικονομική ανέχεια παράγει μετανάστες
  6. (γραμματική) έχω ως πηγή ή ρίζα, προέρχομαι, είμαι το αποτέλεσμα συνένωσης

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  ΑναφορέςΕπεξεργασία



Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

παράγω < (παρά) παρ- + ἄγω

  ΡήμαΕπεξεργασία

παράγω

  1. οδηγώ πλαγίως
  2. οδηγώ έξω
  3. οδηγώ πλησίον, κοντά σε κάτι άλλο
  4. εισάγω
  5. παρουσιάζω
  6. παράγω
  7. παρατάσσω σε γραμμή, τοποθετώ το ένα δίπλα στο άλλο
  8. φέρνω στη σκηνή
  9. παραπλανώ, εξαπατώ, διαστρέφω
  10. παρασύρω
  11. (αμετάβατο) διαβαίνω, παρέρχομαι
  12. (αμετάβατο) εκλείπω
  13. (αμετάβατο) αργοπορώ
  14. (παθητικό) παρασύρομαι, πείθομαι, με παρακινούν
  15. μπαίνω κάπου κρυφά

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΠηγέςΕπεξεργασία