Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική συμπαραγωγή συμπαραγωγές
γενική συμπαραγωγής συμπαραγωγών
αιτιατική συμπαραγωγή συμπαραγωγές
κλητική συμπαραγωγή συμπαραγωγές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

συμπαραγωγή < πρόθεμα συμ- (συν-) και το ουσιαστικό παραγωγή

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /siɱ.pa.ɾa.ɣɔ.ˈʝi/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

συμπαραγωγή θηλυκό

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία