Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η συμπαραγωγή οι συμπαραγωγές
      γενική της συμπαραγωγής των συμπαραγωγών
    αιτιατική τη συμπαραγωγή τις συμπαραγωγές
     κλητική συμπαραγωγή συμπαραγωγές
Κατηγορία όπως «ψυχή» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

συμπαραγωγή < συμ- + παραγωγή, μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική coproduction [1]

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /sim.ba.ɾa.ɣoˈʝi/
τυπογραφικός συλλαβισμός: συ‐μπα‐ρα‐γω‐γή
παλιότερος συλλαβισμός: συμ‐πα‐ρα‐γω‐γή

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

συμπαραγωγή θηλυκό

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  ΑναφορέςΕπεξεργασία