Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

διαβαίνω < αρχαία ελληνική διαβαίνω

  ΡήμαΕπεξεργασία

διαβαίνω

  1. (για τόπο) περνώ, διασχίζω
  2. (για χρόνο) περνώ
  3. (γενικότερα) περνώ, παύω, τελειώνω

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΚλίσηΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία



Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

διαβαίνω < διά + βαίνω

  ΡήμαΕπεξεργασία

διαβαίνω