Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

cross (en)

  1. σταυρός
  2. διασταύρωση

  ΡήμαΕπεξεργασία

cross (en)

Πολυλεκτικοί όροιΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  • cross στην αγγλική Βικιπαίδεια