Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο θετικός η θετική το θετικό
      γενική του θετικού της θετικής του θετικού
    αιτιατική τον θετικό τη θετική το θετικό
     κλητική θετικέ θετική θετικό
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι θετικοί οι θετικές τα θετικά
      γενική των θετικών των θετικών των θετικών
    αιτιατική τους θετικούς τις θετικές τα θετικά
     κλητική θετικοί θετικές θετικά
Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

θετικός < αρχαία ελληνική θετικός < θετός < τίθημι

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

θετικός

  1. (για αριθμούς) μεγαλύτερος από το μηδέν (έχει πρόσημο το +)
     αντώνυμα: αρνητικός
  2. (για επιστήμες) που βασίζεται στην παρατήρηση και το πείραμα και/ή θεμελιώνεται μαθηματικά
     αντώνυμα: θεωρητικός
  3. καταφατικός, που αποδέχεται μια πρόταση
     αντώνυμα: αρνητικός
  4. λογικός, που ξέρει τι λέει και τι κάνει και για ποιο λόγο
    είναι θετικός άνθρωπος
  5. (για αποτελέσματα ιατρικών εξετάσεων) που επιβεβαιώνει την ύπαρξη μιας ασθένειας
     αντώνυμα: αρνητικός
    το αποτέλεσμα της βιοψίας ήταν θετικό, ο ασθενής έχει καρκίνο των πνευμόνων
  6. (γραμματική) βαθμός παραθετικών των επιθέτων και επιρρημάτων
    δείτε και τους όρους συγκριτικός, υπερθετικός

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

θετικός < θετός < τίθημι

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

θετικός

  1. αυτός που είναι κατάλληλος στο να τοποθετηθεί

ΣύνθεταΕπεξεργασία