Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική λογικός λογική λογικό
γενική λογικού λογικής λογικού
αιτιατική λογικό λογική λογικό
κλητική λογικέ λογική λογικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική λογικοί λογικές λογικά
γενική λογικών λογικών λογικών
αιτιατική λογικούς λογικές λογικά
κλητική λογικοί λογικές λογικά


  Ετυμολογία Επεξεργασία

λογικός < αρχαία ελληνική λογικός < λόγος

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

λογικός, -ή, -ό

  1. που αναφέρεται στο λόγο, τη λογική, την ικανότητα του νου να σκέφτεται και να καταλήγει σε συμπεράσματα
    • η λογική ικανότητα του ανθρώπου
  2. που διαθέτει λογική
    • ο άνθρωπος είναι λογικό ον
    αντώνυμα: άλογος
  3. που συμφωνεί με τη λογική, τον ορθό λόγο
     συνώνυμα: εύλογος
    αντώνυμα: παράλογος
  4. που ενεργεί με σύνεση
    • ο Γιάννης είναι λογικός άνθρωπος, δε θα έκανε τέτοια τρέλα
  5. μέτριος, όχι υπερβολικός
    • θέλω να νοικιάσω ένα διαμέρισμα σε λογική τιμή

ΑντώνυμαΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

Πολυλεκτικοί όροιΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία