Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική συμπέρασμα συμπεράσματα
γενική συμπεράσματος συμπερασμάτων
αιτιατική συμπέρασμα συμπεράσματα
κλητική συμπέρασμα συμπεράσματα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

συμπέρασμα < αρχαία ελληνική συμπέρασμα

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

συμπέρασμα ουδέτερο

  1. το αποτέλεσμα ενός συλλογισμού ή μιας συλλογιστικής πορείας
    • το συμπέρασμα που βγαίνει είναι ότι δεν ξέρεις τι σου γίνεται
  2. η κατάληξη μιας ομιλίας, άρθρου, έρευνας
    • το συμπέρασμα ήταν ότι και η λογική έχει τα όρια της

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία