Δείτε επίσης: ὁριστικός

Ελληνικά (el)Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο οριστικός η οριστική το οριστικό
      γενική του οριστικού της οριστικής του οριστικού
    αιτιατική τον οριστικό την οριστική το οριστικό
     κλητική οριστικέ οριστική οριστικό
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι οριστικοί οι οριστικές τα οριστικά
      γενική των οριστικών των οριστικών των οριστικών
    αιτιατική τους οριστικούς τις οριστικές τα οριστικά
     κλητική οριστικοί οριστικές οριστικά
Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

οριστικός < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ὁριστικός (που ορίζει) < ὁριστός < ὁρίζω & σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική définitif
για τη γραμματική < σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική défini [1]

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /o.ɾi.stiˈkos/
τυπογραφικός συλλαβισμός: ο‐ρι‐στι‐κός
ομόηχο: οριστικώς

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

οριστικός, -ή, -ό

  1. που γίνεται για πάντα, που δεν πρόκειται να αλλάξει
     συνώνυμα: τελειωτικός, τελικός
  2. (γραμματική) που ορίζει με συγκεκριμένο τρόπο
    → δείτε και τη λέξη οριστική

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

→ και δείτε τη λέξη ορίζω

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  ΑναφορέςΕπεξεργασία