Ελληνικά (el) Επεξεργασία


     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο συλλογισμός οι συλλογισμοί
      γενική του συλλογισμού των συλλογισμών
    αιτιατική τον συλλογισμό τους συλλογισμούς
     κλητική συλλογισμέ συλλογισμοί
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

συλλογισμός < → λείπει η ετυμολογία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

συλλογισμός αρσενικό

  1. → λείπει ο ορισμός (ή οι ορισμοί)


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία