Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική σκέψη σκέψεις
γενική σκέψης
& σκέψεως
σκέψεων
αιτιατική σκέψη σκέψεις
κλητική σκέψη σκέψεις

  Ετυμολογία Επεξεργασία

σκέψη < αρχαία ελληνική σκέψις

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ˈscε.psi/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

σκέψη θηλυκό

  1. παραγωγική διαδικασία του νου και της νόησης που περιλαμβάνει την κρίση και τους συλλογισμούς
    δεν μπορώ να καταλάβω με ποια σκέψη μου φέρεσαι έτσι
  2. (συνεκδοχικά) ό,τι σκέφτεται κάποιος για ένα θέμα
    δεν έκανα καμία σκέψη για τη γιορτή
  3. ο τρόπος με τον οποίο σκέφτεται και πράττει κάποιος
    είναι άνθρωπος με ώριμη / επιπόλαιη / συγκροτημένη / επίπεδη σκέψη
  4. η θεωρία και οι απόψεις που έχει κάποιος συνολικά για ένα φαινόμενο, ο τρόπος ερμηνείας και ανάλυσής του
    στην πλατωνική σκέψη ανώτερη θέση έχουν οι Ιδέες

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΣύνθεταΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία