Εσπεράντο (eo)Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

penso < pens + -o

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

penso (eo)

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία


Λατινικά (la) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

penso < pendo < ινδοευρωπαϊκή ρίζα *(s)pen(d)-

  ΡήμαΕπεξεργασία

penso (la) (pēnsō1, pēnsavī, pēnsatum, pēnsāre)

ΚλίσηΕπεξεργασία