Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

σκέφτομαι < αρχαία ελληνική σκέπτομαι < πρωτοελληνική *sképťomai < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *skep-ye- < (από μετάθεση) *speḱ- (βλέπω, παρατηρώ)

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ˈsce.fto.me/

  ΡήμαΕπεξεργασία

σκέφτομαι

  1. υποβάλλω κάτι σε νοητική επεξεργασία
  2. εξετάζω με το μυαλό μου διαφορετικές εκδοχές
     συνώνυμα: αναρωτιέμαι, διερωτώμαι
  3. εξετάζω θετικά την πιθανότητα να κάνω κάτι στο μέλλον
     συνώνυμα: σκοπεύω

ΚλίσηΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία