Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική απερισκεψία απερισκεψίες
γενική απερισκεψίας απερισκεψιών
αιτιατική απερισκεψία απερισκεψίες
κλητική απερισκεψία απερισκεψίες

  Ετυμολογία Επεξεργασία

απερισκεψία < → λείπει η ετυμολογία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

απερισκεψία θηλυκό

  1. η ιδιότητα του απερίσκεπτου, το να ενεργείς χωρίς να έχεις προηγουμένως σκεφτεί τις συνέπειες της ενέργειάς σου
  2. μια απερίσκεπτη πράξη

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία