Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο σκεφτικός η σκεφτική το σκεφτικό
      γενική του σκεφτικού της σκεφτικής του σκεφτικού
    αιτιατική τον σκεφτικό τη σκεφτική το σκεφτικό
     κλητική σκεφτικέ σκεφτική σκεφτικό
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι σκεφτικοί οι σκεφτικές τα σκεφτικά
      γενική των σκεφτικών των σκεφτικών των σκεφτικών
    αιτιατική τους σκεφτικούς τις σκεφτικές τα σκεφτικά
     κλητική σκεφτικοί σκεφτικές σκεφτικά
Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

σκεφτικός < ελληνιστική κοινή σκεπτικός < αρχαία ελληνική σκέπτομαι

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

σκεφτικός, -ή, -ό

Άλλες μορφέςΕπεξεργασία

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία