Ελληνικά (el) Επεξεργασία


↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο σκεπτικισμός οι σκεπτικισμοί
      γενική του σκεπτικισμού των σκεπτικισμών
    αιτιατική τον σκεπτικισμό τους σκεπτικισμούς
     κλητική σκεπτικισμέ σκεπτικισμοί
Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

σκεπτικισμός < → λείπει η ετυμολογία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

σκεπτικισμός αρσενικό

  1. το να μην δρα κάποιος άμεσα, αλλά να σκέφτεται πρώτα• όμως πιθανώς περισσότερο χρονικά και αναλυτικά από ότι αρμόζει (δεν ισχύει πάντα το τελευταίο)
  2. το να είναι κανείς διστακτικός
  3. (πολιτική) το να είναι κανείς αρνητικός σε επικρατούσα πολιτική (πχ. ευρωσκεπτικισμός)
  4. (φιλοσοφία) αγνωστισμός αδυναμίας, ατεχνίας ή ανικανότητας, μη εγγενής αγνωσιαρχία
  5. (φιλοσοφία), (σπάνιο), (εσφαλμένα) θεμέλιος κοσμικός αγνωστισμός• η εγγενής ιδιότητα του χωροχρόνου - όταν μελετάται στην αντίστοιχη τάξη μεγέθους, συνήθως υπομικροσκοπική - να μην παγιώνει ταυτόχρονα όλες τις ιδιότητές του ταυτόχρονα (αυτό ονομάζεται "θεμέλιος κοσμικός αγνωστισμός" και όχι σκεπτικισμός, εσφαλμένα όμως χρησιμοποιείται από οπαδούς της λέξης)


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία