Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η ικανότητα οι ικανότητες
      γενική της ικανότητας των ικανοτήτων
    αιτιατική την ικανότητα τις ικανότητες
     κλητική ικανότητα ικανότητες
Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ικανότητα < από το ικανός.

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ικανότητα θηλυκό (πληθυντικός : ικανότητες)

  1. Η δυνατότητα να κάνει κανείς κάτι.
    Έχει και την ικανότητα και τη θέληση να πετύχει στη ζωή του.

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία