Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η εξυπνάδα οι εξυπνάδες
      γενική της εξυπνάδας των εξυπνάδων
    αιτιατική την εξυπνάδα τις εξυπνάδες
     κλητική εξυπνάδα εξυπνάδες
όπως «ελπίδα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

εξυπνάδα < έξυπν(ος) + -άδα

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /e.ksiˈpna.ða/
συλλαβισμός: ε‐ξυ‐πνά‐δα

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

εξυπνάδα θηλυκό

  1. η ιδιότητα του έξυπνου
     συνώνυμα: ευφυΐα
     αντώνυμα: βλακεία, ανοησία
  2. έξυπνος λόγος ή ενέργεια
  3. (ειρωνικό) ανόητος ή σαχλός λόγος ή ενέργεια, κάτι που κάνει ή λέει ένας εξυπνάκιας

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία