Ελληνικά (el) Επεξεργασία


  Ετυμολογία Επεξεργασία

σαχλός < μεσαιωνική ελληνική σαχλός

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

σαχλός αρσενικό, θηλυκό, ουδέτερο

  1. ανόητος, στερούμενος σοβαρότητας, ασόβαρος
    • δεν τον μπορώ καθόλου, είναι τόσο σαχλός!
    • όλο σαχλά αστεία κάνει!
  2. (στοργικά) που παιδιαρίζει ή κάνει ανόητους αστεϊσμούς

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία