Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική αστείο αστεία
γενική αστείου αστείων
αιτιατική αστείο αστεία
κλητική αστείο αστεία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αστείο < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του αστείος

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

αστείο ουδέτερο

  • λόγος που λέγεται με σκοπό τον αστεϊσμό, με εύθυμη διάθεση, για να προκαλέσει το γέλιο ή το χαμόγελο, όχι ως κάτι το σοβαρό

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  Κλιτικός τύπος επιθέτουΕπεξεργασία

αστείο

  1. αστείος, στην αιτιατική του ενικού
  2. ουδέτερο του αστείος, στην ονομαστική, την αιτιατική και την κλητική του ενικού