Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

στερούμαι < παθητική φωνή του ρήματος στερώ

  ΡήμαΕπεξεργασία

στερούμαι

  1. δεν έχω
  2. μου λείπει κάτι απαραίτητο

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία