Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

intelligence (en)

  1. ευφυΐα, νοημοσύνη, εξυπνάδα
  2. πληροφορίες

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

Πολυλεκτικοί όροιΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία



Γαλλικά (fr) Επεξεργασία

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ɛ̃.tɛ.li.ɑ̃s/
intelligence 

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

intelligence (fr)

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία