Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η -άδα οι -άδες
      γενική της -άδας των -άδων
    αιτιατική τη(ν) -άδα τις -άδες
     κλητική -άδα -άδες
Κατηγορία όπως «ελπίδα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

-άδα < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική -άδα < αρχαία ελληνική -ας (από την αιτιατική -άδα, όπως ἀγελάς, «τήν ἀγελάδα»)
για χυμούς, τρόφιμα < (άμεσο δάνειο) βενετική -ada

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ˈa.ða/
τυπογραφικός συλλαβισμός: -ά‐δα

  ΕπίθημαΕπεξεργασία

-άδα

  1. επίθημα αφηρημένων μετεπιθετικών θηλυκών ουσιαστικών που δηλώνουν μια ιδιότητα που έχει σχέση με αυτό που εκφράζει η πρωτότυπη λέξη
    ζωηρός > ζωηράδα
  2. επίθημα περιληπτικών θηλυκών ουσιαστικών που παράγονται από απόλυτα αριθμητικά
    δέκα > δεκάδα
  3. επίθημα μετουσιαστικών θηλυκών ουσιαστικών που δηλώνουν χυμό ή φαγητό που παράγεται από την πρωτότυπη λέξη
    πορτοκάλι > πορτοκαλάδα
  4. επίθημα μετουσιαστικών θηλυκών ουσιαστικών που δηλώνουν τη βόλτα με το όχημα που δηλώνει η πρωτότυπη λέξη ή μια ευχάριστη δραστηριότητα
    ποδήλατο > ποδηλατάδα, ρομάντζα > ρομαντζάδα
  5. επίθημα μετουσιαστικών θηλυκών ουσιαστικών
    ζάλη > ζαλάδα

Παράγωγες λέξειςΕπεξεργασία

από την αιτιατική πτώση

ΣύνθεταΕπεξεργασία

όπως

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  ΠηγέςΕπεξεργασία



Μεσαιωνικά ελληνικά (gkm)Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

-άδα < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική -ας (από την αιτιατική -άδα)

  ΕπίθημαΕπεξεργασία

-άδα

ΣύνθεταΕπεξεργασία

  ΠηγέςΕπεξεργασία



Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Κλιτικός τύπος επιθήματοςΕπεξεργασία

-άδα θηλυκό