Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

-άδα < μεσαιωνική ελληνική -άδα< αρχαία ελληνική -ας (αιτιατική -άδα: ἀγελάς→ἀγελάδα)
για χυμούς, τρόφιμα < βενετική -ada

  ΕπίθημαΕπεξεργασία

-άδα

  1. επίθημα αφηρημένων μετεπιθετικών θηλυκών ουσιαστικών που δηλώνουν μια ιδιότητα που έχει σχέση με αυτό που εκφράζει η πρωτότυπη λέξη
    ζωηρός > ζωηράδα
  2. επίθημα περιληπτικών θηλυκών ουσιαστικών που παράγονται από απόλυτα αριθμητικά
    δέκα > δεκάδα
  3. επίθημα μετουσιαστικών θηλυκών ουσιαστικών που δηλώνουν χυμό ή φαγητό που παράγεται από την πρωτότυπη λέξη
    πορτοκάλι > πορτοκαλάδα
  4. επίθημα μετουσιαστικών θηλυκών ουσιαστικών που δηλώνουν τη βόλτα με το όχημα που δηλώνει η πρωτότυπη λέξη ή μια ευχάριστη δραστηριότητα
    ποδήλατο > ποδηλατάδα, ρομάντζα > ρομαντζάδα
  5. επίθημα μετουσιαστικών θηλυκών ουσιαστικών
    ζάλη > ζαλάδα

Παράγωγες λέξειςΕπεξεργασία

από την αιτιατική πτώση

ΣύνθεταΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία