Δείτε επίσης: -ας

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

  1. -άς < ελληνιστική κοινή -ᾶς
  2. -άς < -άς(1)
  3. -άς < -άς(1)

  ΕπίθημαΕπεξεργασία

-άς (2.θηλυκό: -ού) (3.θηλυκό: -ού, ουδέτερο: -άδικο/-ούδικο)

  1. επίθημα μετουσιαστικών ουσιαστικών που δηλώνουν επάγγελμα ή έξη σχετική με αυτό που δηλώνει η ρίζα της λέξης
  2. επίθημα μεγεθυντικών μετουσιαστικών ουσιαστικών που δηλώνει κάτι μεγαλύτερο ή περισσότερο απ' αυτό της πρωτότυπης λέξης
  3. επίθημα ανισοσύλλαβων μετουσιαστικών ονομάτων που δηλώνει κάτι μεγαλύτερο ή περισσότερο απ' αυτό της πρωτότυπης λέξης ή ότι του αρέσει αυτό που δηλώνει η πρωτότυπη λέξη

  Ετυμολογία Επεξεργασία

  1. -άς < ελληνιστική κοινή -ᾶς

  Κατάληξη αρσενικών ουσιαστικώνΕπεξεργασία

-άς

Άλλες μορφέςΕπεξεργασία