Δείτε επίσης: -ας

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

-άς < (κληρονομημένο) ελληνιστική κοινή -ᾶς

  ΕπίθημαΕπεξεργασία

-άς αρσενικό (θηλυκό -ού, ουδέτερο -άδικο/-ούδικο)

  1. επίθημα μετουσιαστικών ουσιαστικών που δηλώνουν επάγγελμα ή έξη σχετική με αυτό που δηλώνει η ρίζα της λέξης
    γάλα > γαλατάς, γυναίκα > γυναικάς
  2. (μεγεθυντικό) επίθημα μεγεθυντικών μετουσιαστικών ουσιαστικών που δηλώνει κάτι μεγαλύτερο ή περισσότερο απ' αυτό της πρωτότυπης λέξης
    δόντι > δοντάς, λεφτά > λεφτάς
  3. επίθημα ανισοσύλλαβων μετουσιαστικών ονομάτων που δηλώνει κάτι μεγαλύτερο ή περισσότερο απ' αυτό της πρωτότυπης λέξης ή ότι του αρέσει αυτό που δηλώνει η πρωτότυπη λέξη
    γλώσσα > γλωσσάς, μακαρόνι > μακαρονάς
  4. κατάληξη ανισοσύλλαβων αρσενικών ουσιαστικών
    βοριάς, κιμάς, λεφτάς, παπάς, σκατάς

Άλλες μορφέςΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία