Δείτε επίσης: -ας

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

-άς < (κληρονομημένο) ελληνιστική κοινή -ᾶς

  ΕπίθημαΕπεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο -άς η -ού το -άδικο
-ούδικο
      γενική του -ά της -ούς του -άδικου
-ούδικου
    αιτιατική τον -ά τη(ν) -ού το -άδικο
-ούδικο
     κλητική -ά -ού -άδικο
-ούδικο
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι -άδες οι -ούδες τα -άδικα
-ούδικα
      γενική των -άδων των -ούδων των -άδικων
-ούδικων
    αιτιατική τους -άδες τις -ούδες τα -άδικα
-ούδικα
     κλητική -άδες -ούδες -άδικα
-ούδικα
ομάδα «-άς» Κατηγορία όπως «γλωσσάς» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

-άς αρσενικό (θηλυκό -ού, ουδέτερο -άδικο/-ούδικο)

  ΕπίθημαΕπεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο -άς οι -άδες
      γενική του -ά των -άδων
    αιτιατική τον -ά τους -άδες
     κλητική -ά -άδες
Κατηγορία όπως «ψαράς» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

-άς αρσενικό

  1. κατάληξη ανισοσύλλαβων αρσενικών ουσιαστικών
    βοριάς, κιμάς, ψαράς
  2. επίθημα μετουσιαστικών ουσιαστικών που δηλώνουν επάγγελμα ή έξη σχετική με αυτό που δηλώνει η ρίζα της λέξης
    γάλα > γαλατάς, γυναίκα > γυναικάς
  3. μεγεθυντικό επίθημα μεγεθυντικών μετουσιαστικών ουσιαστικών που δηλώνει κάτι μεγαλύτερο ή περισσότερο απ' αυτό της πρωτότυπης λέξης
    δόντι > δοντάς, λεφτά > λεφτάς

Άλλες μορφέςΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία