Δείτε επίσης: άδικο

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  ΕπίθημαΕπεξεργασία

-άδικο

  1. παραγωγική κατάληξη ουδέτερων ουσιαστικών που σημαίνουν χώρο, κατάστημα, ή μέσο μεταφοράς σχετικό με τη ρίζα της λέξης.

Παράγωγες λέξειςΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία