Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική φραγκοραφτάδικο φραγκοραφτάδικα
γενική φραγκοραφτάδικου φραγκοραφτάδικων
αιτιατική φραγκοραφτάδικο φραγκοραφτάδικα
κλητική φραγκοραφτάδικο φραγκοραφτάδικα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

φραγκοραφτάδικο < Φράγκος και ραφτάδικο

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

φραγκοραφτάδικο ουδέτερο

  1. παλιότερα, μέχρι τις αρχές του περασμένου αιώνα, το ραφείο όπου ο ράφτης γνώριζε καλά να ράβει κυρίως φραγκικα ρούχα, όπως έλεγαν τότε τα δυτικά κοστούμια σε αντιδιαστολή προς τη φουστανέλα ή άλλες ενδυμασίες που θεωρούνταν καθαρά ελληνικές και όχι ξενόφερτες


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία