Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική φουστανέλα φουστανέλες
γενική φουστανέλας φουστανελών
αιτιατική φουστανέλα φουστανέλες
κλητική φουστανέλα φουστανέλες

  Ετυμολογία Επεξεργασία

φουστανέλα < φουστανέλλα < ξενικό υποκοριστικό επίθημα -ella + φουστάνι

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

φουστανέλα θηλυκό

  1. πολύπτυχη φούστα που φορούν σήμερα οι τσολιάδες και που τη φορούσαν πολλοί Έλληνες και Αρβανίτες (όπως και άλλοι στα Βαλκάνια) επί τουρκοκρατίας, με πιο μακρύ μήκος στα Ιωάννινα και στις περιοχές των Αρβανιτών.
    Ευζωνική φουστανέλα



  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία