Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

φούστα < φουστάνι ή πιθανόν από βενετική λέξη fusta

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

φούστα θηλυκό

  1. (ενδυμασία) ένδυμα, κυρίως γυναικείο, που καλύπτει το μέρος του σώματος κάτω από τη μέση και δεν έχει μπατζάκια
    η μίνι φούστα κάποτε θεωρήθηκε επανάσταση στη μόδα
    η σκοτσέζικη φούστα
  2. το τμήμα μιας ενδυμασίας που καλύπτει το μέρος του σώματος κάτω από τη μέση
    φόρεμα με κλος φούστα (κλος δηλαδή το κάτω μέρος του φορέματος)
  3. στενό και μακρύ πλοιάριο που χρησιμοποιούσαν κυρίως οι πειρατές της Μεσογείου < ίσως από βενετική fusta
  4. η πειρατική επιδρομή κατά το μεσαίωνα και την τουρκοκρατία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία