Ελληνικά (el) Επεξεργασία


     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το ραβδί τα ραβδιά
      γενική του ραβδιού των ραβδιών
    αιτιατική το ραβδί τα ραβδιά
     κλητική ραβδί ραβδιά
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ραβδί < → λείπει η ετυμολογία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ραβδί ουδέτερο

  1. μακρύ άκαμπτο αντικείμενο για χρήση με το χέρι

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία