Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική τσέπη τσέπες
γενική τσέπης τσεπών
αιτιατική τσέπη τσέπες
κλητική τσέπη τσέπες

  Ετυμολογία Επεξεργασία

τσέπη < τουρκική cep < αραβική جيب (jayb)

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ˈʦɛ.pi/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

τσέπη θηλυκό

  1. μέρος του παντελονιού όπου μπορούμε να βάλουμε μικρά αντικείμενα (κλειδιά, χρήματα, ...)
    σκίστηκε η τσέπη του κι έχασε τα ψιλά του
  2. (κατ' επέκταση) λέγεται για κάτι που είναι πολύ πιο μικρό από το κανονικό
    αεροπλάνο τσέπης
    λιμουζίνα τσέπης
  3. μετρητά
    500.000€ ο τομογράφος, τον πούλησα 100€... τσέπη, όμως, ε;

  ΕκφράσειςΕπεξεργασία

  • βάζω το χέρι στην τσέπη: ξοδεύω (συνήθως με θετική χροιά)
δεν χρειάζεται να τον παρακαλέσεις, βάζει εύκολα το χέρι στην τσέπη
  • βάζω το χέρι βαθιά στην τσέπη: ξοδεύω υπέρογκα ποσά
  • έχει γεμάτη τσέπη, έχει φουσκωμένη τσέπη: έχει οικονομική άνεση
μην ανησυχείς γι' αυτόν, έχει γεμάτη τσέπη
  • έχει καβούρια η τσέπη του, έχει καβούρια στην τσέπη του: είναι τσιγκούνης
χάνεις τον καιρό σου παρακαλώντας τον, η τσέπη του έχει καβούρια
  • (δεν) το αντέχει η τσέπη μου, (δεν) το σηκώνει η τσέπη μου: (δεν) μπορώ να το πληρώσω, (δεν) έχω την ευχέρεια να το πληρώσω
δεν μπορώ να πάω στις Μπαχάμες, η τσέπη μου δεν το αντέχει
μην ανησυχείς γι' αυτόν, τον έχω στην τσέπη μου

  ΠαροιμίεςΕπεξεργασία

  • τα σάβανα δεν έχουν τσέπες

  ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

  Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΣύνθεταΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία