Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις   πληθυντικός  
ονομαστική τα λεφτά
      γενική των λεφτών
    αιτιατική τα λεφτά
     κλητική λεφτά
Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

λεφτά < λεπτά < πληθυντικός του λεπτό (μικρό νόμισμα) [1]

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /lɛ.ˈfta/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

λεφτά ουδέτερο, μόνο στον πληθυντικό, σπάνια στον ενικό (λεφτό)

  1. τα χρήματα
     συνώνυμα: φράγκα
  2. ο πλούτος
    οι κακές γλώσσες λένε ότι τον παντρεύτηκε για τα λεφτά του

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

  • βγάζω λεφτά: κερδίζω χρήματα
  • (είναι) πολλά τα λεφτά Άρη: λέγεται για να χαρακτηρίσει μια κατάσταση διαφθοράς
  • κλαίω τα λεφτά (λεφτουδάκια) μου: λέγεται όταν θεωρούμε ότι δώσαμε τζάμπα λεφτά
  • τα λεφτά σου ή τη ζωή σου: (κυρίως λόγια έκφραση για) απειλή κλέφτη
  • τα πιάσαμε τα λεφτά μας ή τα βρήκαμε τα λεφτά μας:
  • τζάμπα τα λεφτά
  • τρέχουν τα λεφτά από τα μπατζάκια του: είναι πολύ πλούσιος

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  Κλιτικός τύπος ουσιαστικούΕπεξεργασία

λεφτά

  ΑναφορέςΕπεξεργασία