Ελληνικά (el) Επεξεργασία

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το ένδυμα τα ενδύματα
      γενική του ενδύματος των ενδυμάτων
    αιτιατική το ένδυμα τα ενδύματα
     κλητική ένδυμα ενδύματα
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ένδυμα < αρχαία ελληνική ἔνδυμα

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ˈɛn.ði.ma/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ένδυμα ουδέτερο

  1. φόρεμα, ρούχο, κάλυμμα.

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία