Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το κάλυμμα τα καλύμματα
      γενική του καλύμματος των καλυμμάτων
    αιτιατική το κάλυμμα τα καλύμματα
     κλητική κάλυμμα καλύμματα
όπως «όνομα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

κάλυμμα < αρχαία ελληνική καλύπτω

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ˈka.li.ma/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

κάλυμμα ουδέτερο

  1. καθετί που καλύπτει κάποιο έπιπλο ή άλλο αντικείμενο
  2. (οικονομία) το απόθεμα σε συνάλλαγμα ή παλαιότερα σε χρυσό (πια παγκοσμίως υπάρχει κεφαλαιουχικά αμελητέος αριθμός ράβδων και σαφέστατα δεν παρέχουν κάλυμμα) που διαθέτει μια εκδοτική τράπεζα και χρησιμοποιείται σαν εγγύηση για το νόμισμα που εκδίδει

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία