Αγγλικά (en)Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

      ενικός         πληθυντικός  
cover covers

cover (en)

  1. κάλυμμα
  2. εξώφυλλο
  3. κάλυψη
  4. διασκευή τραγουδιού

  ΡήμαΕπεξεργασία

ενεστώτας cover
γ΄ ενικό ενεστώτα covers
αόριστος covered
παθητική μετοχή covered
ενεργητική μετοχή covering

cover (en)

  1. καλύπτω, στρώνω
    The floor was covered with newspapers.
    Tο πάτωμα ήταν στρωμένο με εφημερίδες.
     συνώνυμα: strew, litter, pave, spread
  2. ζευγαρώνω (για ζώα)
  3. διασκευάζω (τραγούδι)