Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

περιλαμβάνω < περί + λαμβάνω

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /pe.ɾi.laɱˈva.no/

  ΡήμαΕπεξεργασία

περιλαμβάνω

  1. περικλείω, περιέχω κάτι
    το ρεπερτόριό της περιλαμβάνει παλιές και νέες επιτυχίες
  2. έχω μέλη, αποτελούμαι από κάτι
    η ερευνητική ομάδα περιλαμβάνει ικανούς και έμπειρους επιστήμονες
  3. (ειδικότερα, για κείμενο) έχω ως περιεχόμενο
    το άρθρο του περιλάμβανε όλα τα τελευταία γεγονότα
  4. ενσωματώνω κάποιον ή κάτι σε ένα σύνολο, συνυπολογίζω
    την τελευταία στιγμή θυμηθήκαμε να περιλάβομε και τους Τάδε στη λίστα των καλεσμένων


Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία