Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

περί < αρχαία ελληνική περί

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /pɛ.ˈɾi/

  ΠρόθεσηΕπεξεργασία

περί

  • (για αριθμό) κοντά σε, περίπου
    ήμασταν περί τα 200 άτομα στη συγκέντρωση
  • σχετικά με κάτι ή κάποιον
    δεν ήξερα περί τίνος πρόκειται

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία