Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική περιληπτικός περιληπτική περιληπτικό
γενική περιληπτικού περιληπτικής περιληπτικού
αιτιατική περιληπτικό περιληπτική περιληπτικό
κλητική περιληπτικέ περιληπτική περιληπτικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική περιληπτικοί περιληπτικές περιληπτικά
γενική περιληπτικών περιληπτικών περιληπτικών
αιτιατική περιληπτικούς περιληπτικές περιληπτικά
κλητική περιληπτικοί περιληπτικές περιληπτικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

περιληπτικός < αρχαία ελληνική περιληπτικός < περιλαμβάνω

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

περιληπτικός, -ή, -ό

  1. που έχει τον χαρακτήρα της περίληψης, που περιγράφει με συντομία, χωρίς πολλές λεπτομέρειες, συνοπτικός
  2. (γλωσσολογία) που χρησιμοποιείται στον ενικό αριθμό για να δηλώσει το σύνολο ομοειδών πραγμάτων (ρύζι, λαός, πανίδα κλπ.)

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία