Δείτε επίσης: καπίκι

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το καπάκι τα καπάκια
      γενική του καπακιού των καπακιών
    αιτιατική το καπάκι τα καπάκια
     κλητική καπάκι καπάκια
Παράρτημα:Ουσιαστικά
 
βαζάκι με το καπάκι του

  Ετυμολογία Επεξεργασία

καπάκι < τουρκική kapak < παλαιά τουρκική kapak / kapgak < πρωτοτουρκική *Kap- ‎(κάλυμμα)

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ka.ˈpa.ki/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

καπάκι ουδέτερο

  1. κάλυμμα δοχείου, σκεύους κ.λπ.
    Δεν κλείνεις καλά το καπάκι της μαρμελάδας πριν τη βάλεις στο ψυγείο;
  2. (συνεκδοχικά) η οθόνη του φορητού υπολογιστή (συμπεριλαμβανομένου του πλαισίου της)
    έχει βάλει ένα σωρό αυτοκόλλητα στο καπάκι του λάπτοπ του
  3. (μουσική) η επίπεδη επιφάνεια ενός μουσικού οργάνου που ταλαντώνεται από τις χορδές και ενισχύει τον ήχο
    το καπάκι αυτής της κιθάρας είναι φτιαγμένο από μασίφ έλατο
  4. (ιστορία, Τουρκοκρατία) οι συμφωνίες που κλεινόταν μυστικά με τους Τούρκους από οπλαρχηγούς της Ρούμελης
    δείτε παρακάτω την έκφραση φέρνω καπάκι

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

  ΕπίρρημαΕπεξεργασία

καπάκι

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία