Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η τάπα οι τάπες
      γενική της τάπας
    αιτιατική την τάπα τις τάπες
     κλητική τάπα τάπες
Η γενική πληθυντικού σε -ών δεν συνηθίζεται.
Κατηγορία όπως «πείνα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

τάπα < → λείπει η ετυμολογία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

τάπα θηλυκό

  1. πώμα
  2. (αργκό) αποστομωτική απάντηση
  3. (αργκό) πολύ κοντός άνθρωπος


Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία