Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ανατρέπω < αρχαία ελληνική ἀνατρέπω

  ΡήμαΕπεξεργασία

ανατρέπω παθητικό: ανατρέπομαι

  1. προκαλώ την ανατροπή , αναποδογυρίζω κάτι, ρίχνω κάποιον κάτω
    Οι έντονοι βοριάδες ανέτρεψαν το πλοιάριο και οι μετανάστες βρέθηκαν στη θάλασσα
    Το πεινασμένο σκυλί όρμησε να αρπάξει το κρέας και ανέτρεψε τραπέζι, καρέκλες, ό,τι βρήκε μπροστά του
    Ηταν φάουλ γιατί τον ανέτρεψε
  2. αλλάζω ριζικά μια κατάσταση ή σχέδια ή προβλέψεις που θεωρούνταν βέβαιες
    Η χρεωκοπία ανέτρεψε την καθημερινότητα των πολιτών
    Το αουτσάϊντερ ανέτρεψε τα προγνωστικά
  3. αφαιρώ την εξουσία από άνθρωπο
    Οταν η CIA ανέτρεψε τον Αλιέντε με πραξικόπημα
    Η κυβέρνηση ανατράπηκε
  4. ακυρώνω κάτι, προκαλώ το αντίθετό του
    Ο ιστορικός άσκησε έφεση σε ανώτερο δικαστήριο που ανέτρεψε την απόφαση, απορρίπτοντας το αίτημα του ουγγρικού ναζιστικού κόμματος
    Μη στενοχωριέστε, η απόφαση θα 'ανατραπεί στο δευτεροβάθμιο

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΚλίσηΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία